- ὁ×13
- il
- δέ×6
- ma
- αὐτός×4
- stesso, medesimo
- ἐπί×3
- su
- θεραπεύω×2
- curare
- κατά×2
- giù da
- μέν×2
- certo
- μισθόςμισθός, -οῦ×2
- compenso
- νῦν×2
- ora
- ἄγωἄγω, ἄξω, ἤγαγον, ἦχα, ἦγμαι, ἤχθην
- condurre
- ἄνθρωποςἄνθρωπος, -ου
- uomo
- ἀπαιτέω
- richiedere indietro
- ἀποδίδωμιἀποδίδωμι, ἀποδώσω, ἀπέδωκα, ἀποδέδωκα, ἀποδέδομαι, ἀπεδόθην
- restituire
- ἄρχωνἄρχων, ἄρχοντος
- magistrato
- βλέπωβλέπω, βλέψω, ἔβλεψα, βέβλεφα, βέβλεμμαι, ἐβλέφθην
- vedere
- βούλομαιβούλομαι, βουλήσομαι, -, -, βεβούλημαι, ἐβουλήθην
- volere
- γάρ
- infatti
- γυνήγυνή, γυναικός
- donna
- διά
- a causa di
- διατελέω
- continuare
- διατίθημιδιατίθημι, διαθήσω, διέθηκα, διατέθεικα, διατέθειμαι, διετέθην
- essere disposto
- δύναμαιδύναμαι, δυνήσομαι, ἐδυνήθην/ἠδυνήθην, -, δεδύνημαι, -
- potere
- ἐάν
- se
- ἑαυτοῦ
- se stesso
- ἐγώἐγώ, ἐμοῦ/μου
- mio
- εἷς
- uno
- εἴσειμι
- entrare
- ἐκ
- da
- ἕκαστος
- ciascuno
- ἐκεῖνος
- quello, quella, ciò
- ἐκφορέω
- portare fuori
- ἔλεγχοςἔλεγχος, -ου
- confutazione
- ἐπεί
- quando
- ἐπισπάομαιἐπισπάομαι, ἐπισπάσομαι, ἐπεσπασάμην, -, -, -
- attirare a sé
- ἤ
- che
- ἴασιςἴασις, -εως
- cura
- ἰατρόςἰατρός, -οῦ
- medico
- κἀκεῖνος
- e quella
- κακῶς/κακόςκακός, χείρων, χείριστος
- peggio
- κόρηκόρη, -ης
- pupilla
- λανθάνωλανθάνω, λήσω, ἔλαθον, λέληθα, -, -
- sfuggire all'attenzione
- λέγωλέγω, λέξω/ἐρῶ, εἶπον, εἴρηκα, εἴρημαι, ἐρρήθην
- dire
- μή
- non
- μισθός, -οῦ
- compenso
- νοσέωνοσέω, νοσήσω, ἐνόσησα, νενόσηκα, νενόσημαι, ἐνοσήθην
- essere malato
- ὁ, ἡ, τό
- il
- οἰκίαοἰκία, -ας
- casa
- ὁμολογέω
- pattuito
- ὁπότε
- quando
- ὁράωὁράω, ὄψομαι, εἶδον, ἑώρακα/ὄπωπα, ἑώραμαι/ὦμμαι, ὤφθην
- vedere
- οὐδείςοὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν
- nessuno
- οὕτως
- così
- ὀφθαλμόςὀφθαλμός, -οῦ
- occhio
- παρακαλέωπαρακαλέω, παρακαλέσω, παρεκάλεσα, παρακέκληκα, παρακέκλημαι, παρεκλήθην
- chiamare presso di sé
- πᾶςπᾶς, πᾶσα, πᾶν
- tutto
- πᾶς, πᾶσα, πᾶν
- tutto
- πλεονεξίαπλεονεξία, -ας
- avidità
- πονηρόςπονηρός, -ά, -όν
- malvagio
- πρεσβῦτιςπρεσβῦτις, -ιδος
- donna anziana
- πρότεροςπρό, πρότερον, πρῶτον
- prima
- σκευήσκευή, -ῆς
- oggetto
- σκεῦος
- oggetto
- συμμύω
- chiudere gli occhi insieme
- τότε
- allora
- ὑπισχνέομαιὑπισχνέομαι, ὑποσχήσομαι, ὑπεσχόμην, -, ὑπέσχημαι, -
- promettere
- ὑφαιρέω
- sottrarre di nascosto
- φημίφημί, φήσω, ἔφησα, -, -, -
- dire
- χρίω
- ungere